Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
Με προσανατολισμό τη συρρίκνωση των «στεγνών» προγραμμάτων...
...και την ακόμη μεγαλύτερη πριμοδότηση της υποκατάστασης
Η φαρμακοβιομηχανία «BAYER» εισάγει στην αγορά το 1898 την ηρωίνη ως υποκατάστατο της μορφίνης και η «HOECSHT» παράγει τη μεθαδόνη στη ναζιστική Γερμανία το 1943 ως υποκατάστατο της ηρωίνης. Η ύπαρξη των υποκατάστατων, που όλα αυτά τα χρόνια εναλλάσσονται, εξυπηρετεί τα τεράστια κέρδη των φαρμακοβιομηχάνων και το συνεχή υποβιβασμό της απεξάρτησης σ' ένα σύστημα που έχει ως μοναδικό κριτήριο το κέρδος κι όχι τις ανθρώπινες ανάγκες
Μνημείο αντιεπιστημονικότητας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας αλλά και ενδεικτική του αντιδραστικού προσανατολισμού που θα έχει η υποτιθέμενη «αντιναρκωτική» πολιτική στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια, αποτελεί η γραπτή απάντηση (αρ. πρωτ. 60592) του υπουργού Υγείας, Αδ. Γεωργιάδη, σε Ερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή, σχετικά με τις κυβερνητικές διαρροές για συγχώνευση του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) και του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ).
Η απάντηση του υπουργού διαπνέεται από άκρως αντιδραστικές και ρατσιστικές αντιλήψεις, ενώ γίνεται ξεκάθαρος ο στόχος για την πλήρη εφαρμογή και υλοποίηση των ευρωενωσιακών ντιρεκτίβων. Σκοπός, να ενταθεί η διαχείριση του προβλήματος των ναρκωτικών, υπονομεύοντας το μέλλον της απεξάρτησης, καθώς έμμεσα προμηνύει τη συρρίκνωση/συγχώνευση των «στεγνών» προγραμμάτων (στα «στεγνά» δε χορηγείται κανένα φάρμακο, εστιάζουν στην ψυχολογική υποστήριξη του ατόμου και τη δημιουργία ενός άλλου τρόπου ζωής μέσα από συλλογικές διαδικασίες, με κύριο στόχο την πλήρη και οριστική αποχή από ουσίες).
Ενδεικτικά αναφέρουμε αποσπάσματα του συγκεκριμένου εγγράφου του υπουργείου Υγείας, που στόχο έχουν να διαστρεβλώσουν επιστημονικά δεδομένα και την ίδια την πραγματικότητα και να στρώσουν το δρόμο για την ακόμη μεγαλύτερη πριμοδότηση, και χωρίς προδιαγραφές, των Προγραμμάτων Υποκατάστασης (ΠΥ - χορηγούνται από το κράτος μεθαδόνη και βουπρενορφίνη, δηλαδή νόμιμες ναρκωτικές ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση όπως όλα τα ναρκωτικά).
1. «Ο πιο επιβαρυμένος χρήστης είναι εκείνος που κάνει μακροχρόνια χρήση οπιούχων, ηρωίνης δηλαδή, στον οποίο εξάλλου απευθύνονται τα προγράμματα υποκατάστασης. Το πρόγραμμα υποκατάστασης ενδέχεται σε χρήστες που χαρακτηρίζονται από τα παραπάνω να φαίνεται ελκυστικότερο, από ό,τι ένα στεγνό πρόγραμμα, έχει όμως (η θεραπεία με υποκατάστατα) έως σήμερα βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να περιορίσουν σημαντικά ή και να διακόψουν τη χρήση ηρωίνης και άλλων ναρκωτικών, να βελτιώσουν την κατάσταση της υγείας τους και να πετύχουν ένα τρόπο φυσιολογικής ζωής, μακριά από την παρανομία και την μικροεγκληματικότητα».
Η αλήθεια είναι: Σήμερα τα ΠΥ λειτουργούν άνευ προδιαγραφών, χωρίς παροχή υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Εδώ και 16 χρόνια που λειτουργούν η αποτελεσματικότητά τους με βάση τα επίσημα στοιχεία είναι σχεδόν μηδαμινή. Χιλιάδες άνθρωποι (μόνο το 2011 ήταν περίπου 7.000) έχουν βρεθεί στα συγκεκριμένα προγράμματα κι ούτε ένας δεν έχει απεξαρτηθεί, καθώς προσφέρουν συντήρηση κι όχι απεξάρτηση. Δηλαδή, εξασφαλίζουν διά βίου χρήστες όπου τους χορηγείται νόμιμα και μόνιμα κρατική πρέζα. Εξαλείφουν το στερητικό σύνδρομο, χωρίς όμως να προσφέρουν ψυχική απεξάρτηση.
Αποτυπώνεται η πολιτική διαχείρισης της τοξικοεξάρτησης. Δηλαδή, η πολιτική που θέλει να επιβάλει την αντίληψη ότι η τοξικοεξάρτηση δεν είναι αντιμετωπίσιμη και κατά συνέπεια πρέπει να την διαχειριστούμε και να περιορίσουμε τις συνέπειές της.
2. «Τα διαθέσιμα στοιχεία (σ.σ. προηγείται πίνακας όπου αναφέρονται αριθμοί των χρηστών που συμμετέχουν σε ΠΥ και σε "στεγνά" και τα ποσοστά τους - 75% και 25% αντίστοιχα) συνηγορούν υπέρ της αποτελεσματικότητας της θεραπείας υποκατάστασης οπιοειδών, σε συνδυασμό με ψυχοκοινωνική φροντίδα, όσον αφορά την παραμονή των ασθενών σε θεραπεία, τη μείωση της χρήσης, τη μείωση της βλάβης και της θνησιμότητας. Αντίθετα, τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των στεγνών προγραμμάτων σε θεραπευτικές κοινότητες για τους χρήστες οπιοειδών δεν οδηγούν σε σαφή πορίσματα».
Πάνω από το 70% των χρηστών που ολοκληρώνουν ένα «στεγνό» πρόγραμμα έχουν απεξαρτηθεί. Γιατί ο τοξικομανής μπορεί να θεραπευτεί, όσο μεγάλη και αν είναι η αποδόμηση της προσωπικότητάς του στον κόσμο των ουσιών.
Η μεθαδόνη και η βουπρενορφίνη ανιχνεύονται συχνά στις τοξικολογικές αναλύσεις κι ενίοτε ταυτοποιούνται ως αιτία θανάτου (1994 - 2004 στις ΗΠΑ, οι θάνατοι από μεθαδόνη και τα περιστατικά υπερβολικής δόσης από τη συγκεκριμένη ουσία αυξήθηκαν κατά 390%! Στη Δανία σχεδόν οι μισοί θάνατοι από ναρκωτικά, το 44%, οφείλονται στη μεθαδόνη. Στη Γερμανία σ' ένα χρόνο σημειώθηκαν 350 θάνατοι από βουπρενορφίνη). Παράλληλα, δημιουργούνται στρατιές εξαρτημένων από υποκατάστατα (2006 - 2009, το 58% των χρηστών που ξεκινούν θεραπεία στη Φινλανδία και το 40% στην Τσεχία αναφέρει κύρια ουσία κατάχρησης τη βουπρενορφίνη. Υψηλά ποσοστά χρηστών αναφέρουν ως κύρια ουσία κατάχρησης τη μεθαδόνη και τη μορφίνη σε Αυστρία, Σλοβακία, Σουηδία).
3. «Τα στεγνά προγράμματα ήταν ανέκαθεν πιο αποτελεσματικά σε χρήστες μικρότερης ηλικίας με εξάρτηση από άλλες ουσίες πλην της ηρωίνης. Δυστυχώς, η εξάρτηση από ηρωίνη χαρακτηρίζεται από υποτροπές, όπως προαναφέρθηκε και άρα ένα ποσοστό αυτών που μπορεί ακόμα και να ολοκλήρωσαν ένα στεγνό πρόγραμμα, σε μελλοντική υποτροπή θα προτιμήσουν το πρόγραμμα υποκατάστασης».
Ενα από τα χαρακτηριστικά στο προφίλ των χρηστών είναι η πολυτοξικομανία, δηλαδή η παράλληλη χρήση 3 και παραπάνω ναρκωτικών ουσιών. Οπότε είναι άκυρο να γίνεται λόγος για χρήστες ηρωίνης. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν κάποια από τα στεγνά προγράμματα που απευθύνονται σε εφήβους, οι οποίοι συνήθως είναι χρήστες κάνναβης. Ολες οι εξαρτήσεις χαρακτηρίζονται από υποτροπές, ακόμη και η εξάρτηση από το διαδίκτυο. Τα αίτια των υποτροπών είναι σύνθετα και εντείνονται με την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, από την έλλειψη στόχων και προοπτικής. Στα ΠΥ δεν μπορείς να μιλήσεις για υποτροπή καθώς οι άνθρωποι που τα παρακολουθούν είναι διαρκώς στη χρήση.
4. «Η εθνική εμπειρία από το χώρο μπορεί να επιβεβαιώσει τον ορισμό της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, η οποία γνωρίζει πλέον ότι η εξάρτηση είναι μια χρόνια, υποτροπιάζουσα και ιάσιμη νόσος που επηρεάζει τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά».
Η επιστημονική κοινότητα δεν είναι κάτι ενιαίο, γίνεται διαπάλη σε αυτή και ένα μικρό μέρος υποστηρίζει την παραπάνω αντιδραστική αντίληψη, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της «αντιναρκωτικής» πολιτικής που πλασάρει η ΕΕ. Είναι η ίδια αντίληψη που αναφέρεται το 2008 στο πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής (το ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΝ) όπου προσεγγίζει το πρόβλημα των ναρκωτικών ως «αυτοπροκαλούμενη χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο» και πάνω στην οποία πάτησε η πολιτική των υποκατάστατων. Με λίγα λόγια, προπαγανδίζουν ότι ο τοξικοεξαρτημένος είναι «άρρωστος» και η «ασθένειά» του χρόνια. Αρα, δεν υπάρχει λόγος το κράτος να εξασφαλίσει δομές απεξάρτησης αφού θα ξανακυλήσει. Αρκεί να πάει στο νοσοκομείο να πάρει το «φάρμακό» του νόμιμα και να αφήσει ήσυχη την κοινωνία.
Η τοξικοεξάρτηση είναι τρόπος ζωής που υποτάσσει σταδιακά και ολοκληρωτικά τον άνθρωπο στην αναζήτηση και την εξασφάλιση της δόσης του. Είναι ένα κοινωνικό πολυσύνθετο και πολυπαραγοντικό πρόβλημα που παράγεται και αναπαράγεται από τις δομές του καπιταλιστικού συστήματος, εκφράζοντας με ακραίο τρόπο την αλλοτρίωση του ανθρώπου. Ο ορισμός που δίνουν η ΕΕ, μερίδα επιστημόνων, τα εγχώρια αστικά κόμματα και επικαλείται ο υπουργός Υγείας αποσκοπεί στην ιατρικοποίηση του φαινομένου, άρα και στη συσκότιση των αιτιών που το γεννούν, μετατοπίζοντας το πρόβλημα σε ιατρικό, ψυχολογικό, αθωώνοντας εντέλει το ίδιο το σύστημα.
5. «Η απαίτηση της μόνιμης και πλήρους απεξάρτησης είναι αντιεπιστημονική και υπερβολική όταν αφορά χρήστες οπιούχων με δεκαετιών εμπειρία χρήσης, με υποτροπές, με ηλικία άνω των 35 ετών, με πολλαπλά προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας, με ανύπαρκτους οικογενειακούς δεσμούς...».
Σκιαγραφεί το προφίλ ενός χρήστη που τουλάχιστον στην Ελλάδα αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα, συναντάται σπάνια στη χρήση. Το χειρότερο όμως είναι ότι εκφράζει μια ρατσιστική και φασιστική αντίληψη που ορίζει ανθρώπους κάποιας ηλικίας, οικογενειακής κατάστασης ως χαμένες υποθέσεις που θα τους στέλνει σε υπόγεια των νοσοκομείων, δίπλα σε σκουπιδότοπους για να παίρνουν κρατική πρέζα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο ως «καμένο χαρτί».
6. «Ακόμη και η απλή διαπίστωση ότι υπάρχει ζήτηση (σ.σ. για τα ΠΥ) θα έπρεπε από μόνη της να είναι αρκετή (...) Ο χώρος της αντιμετώπισης των εξαρτήσεων στην Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικές ανισότητες (...) Η ανάπτυξη του ΟΚΑΝΑ τα τελευταία 2 χρόνια έγινε με το υπάρχον προσωπικό, παρείχε υπηρεσίες θεραπείας στο 75% των θεραπευόμενων και το υπόλοιπο 25% εξυπηρετείτο από το σύνολο των στεγνών προγραμμάτων. Παρά και το γεγονός ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 75% των θεραπευομένων είναι στο πρόγραμμα υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ η χρηματοδότηση του οργανισμού για το 2013 είναι 18 εκατομμύρια ευρώ, όσα δηλαδή και για το ΚΕΘΕΑ που καλύπτει μέρος του 25% των θεραπευομένων (...) Είναι εμφανές ότι σε πρώτη προτεραιότητα είναι η επιτακτική ανάγκη για ορθό συντονισμό στο χώρο των εξαρτήσεων ώστε να εξασφαλίζεται τουλάχιστον η ορθολογική κατανομή των διατιθέμενων πόρων».
Πρόκειται για συνειδητή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, που σηματοδοτεί την πρόθεση της κυβέρνησης να συρρικνώσει/συγχωνεύσει τα «στεγνά» προγράμματα. Η μεγάλη εισροή στα ΠΥ δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιτυχίας. Το δίλημμα για το χρήστη ανάμεσα στο «στεγνό» πρόγραμμα και το υποκατάστατο είναι εύκολα επιλέξιμο, καθώς ανάμεσα στην κρατική πρέζα και την επίπονη διαδικασία απεξάρτησης πιο εύκολα επιλέγει το πρώτο. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί η κατεύθυνση που δίνουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΔΗΜΑΡ, η ΧΑ, ο ΛΑ.Ο.Σ. προς τα ΠΥ. Ακόμη όμως κι αν μιλήσουμε με νούμερα, τα ΠΥ δεν παρέχουν κανενός είδους ψυχοκοινωνική στήριξη ως όφειλαν πέρα από τη χορήγηση υποκατάστατων. Σε αντίθεση με τα «στεγνά» που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών συμβουλευτικής, πρόληψης, απεξάρτησης και επανένταξης, οπότε απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδότηση.