Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου


ΑΠΟ https://atexnos.gr
Γράφει ο Βασίλης Λιόγκαρης //
Αύγουστος και οι τόνοι χαμήλωσαν. Στους ερημικούς δρόμους της πόλης, κάτω από το πορτοκαλί μισοφέγγαρο, κατεβαίνει η μοναξιά σε κύματα πάχνης. Πίσω από τα θαμπά τζάμια των ησυχαστηρίων πλανιέται η μοναξιά, κάτω από το φως της λάμπας αργοστάζουν μοναχικά στίγματα θλίψης, που κουρνιάζουν στους άδειους τοίχους των λοιμοκαθαρτηρίων.
Ρουφάς αργά και ηδονικά και γεύεσαι αυτοκαταστροφικά τη μόλυνση του κορμιού σου μέχρι που σβήνουν οι αισθήσεις και χάνονται οι σκέψεις. Κάτω μόνο στις παρυφές, στα λιμάνια, στα αεροδρόμια και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς των φευγάτων, έχει μεταφερθεί όλη η ακαταστασία, η διάλυση, το χάος και η φαιδρότητα. Η ελληνική προχειρότητα του άρπα – κόλλα και της κερδοσκοπίας.
Η εξουσία διακοπάται, έβαλε λουκέτο και κυκλοφορεί με μαγιό, βερμούδα ή μποξεράκι, μεταξύ Ελούντας και Μυκόνου, πίνοντας Mohito και Bacardi  σε κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια με μπόλικα παγάκια.
Εμείς ας μείνουμε εδώ. Η πόλη μαστουρωμένη αναπνέει αιθαλομίχλη μέσα από καλαμάκια αποσυμφόρησης. Η πανδαισία των ήχων, των ρυθμών, της μουσικής έχουνε κοπάσει πια. Που και που ξεχωρίζεις μία σειρήνα ασθενοφόρου ή πυροσβεστικού. Συρρικνώνει την κάλπικη σιωπή και εκσφενδονίζει ανάρμοστους με το περιβάλλον βάρβαρους ήχους.
Στην ακινησία της απόγνωσης, παραζαλισμένος από τα απανωτά δελτία τιμών του ΠΕΡΠΑ, που επιμένουν στον καταιγισμό των ρύπων, στην αναμονή επερχόμενου καύσωνα και στον κίνδυνο της μεγάλης θερμοκρασιακής αναστροφής.
Βαδίζεις πυρπολημένος από δεσμίδες φώτων και επιγραφών, γοητευμένος από την αρχοντιά της έρημης πόλης, σαν ένας Καίσαρας κατακτητής ανύπαρκτων υπηκόων. Το φαρμακείο που ψάχνεις δεν διανυκτερεύει πια. Το μπακαλικάκι της γειτονιάς κλειστό, το ψιλικατζίδικο με κατεβασμένα τα ρολά. Καλό καλοκαίρι. Καλές διακοπές. Καλή στράτα. Θα ιδωθούμε τον Σεπτέμβρη.
Έτσι όπως έχεις μάθει να ζεις εγκλωβισμένος μες στις αναθυμιάσεις ρύπων και οσμών, παθαίνεις διαστροφή, ώστε να σου κακοφαίνεται λίγο όταν αισθάνεσαι την αύρα της θάλασσας να σου θωπεύει τα ξεραμένα σου μαλλιά.
Ο ξενύχτης με την άδεια μπουκάλα στο χέρι, καθισμένος στο διπλανό παγκάκι, δεν βιάζεται από το προχωρημένο της ώρας, μιας και είναι απολυμένος, μιας και αύριο θα είναι χωρίς δουλειά, μιας και κανείς δεν τον περιμένει. Κοιτάζει το πορτοκάλι μισοφέγγαρο, κοιτάζει το κοίλωμα του μπουκαλιού. Δεν καθρεφτίζεται καμιά ελπίδα. Εκείνες οι σκιές που κινούνται στο μεσονύχτι, μη σου δώσουν την εντύπωση ευτυχισμένων ανθρώπων, γοητευμένων από την μαγεία της αυγουστιάτικης νύχτας που απολαμβάνουν τον περίπατο τους. Όχι! Είναι άνθρωποι καθημερινοί με τις χιλιάδες στερήσεις και προβλήματα. Και μόνο εσύ αθεράπευτα ρομαντικός, πασχίζεις να μαζέψεις νούφαρα από κοπρισμένους στάβλους, ενώ εκείνοι σου περνούν απαρατήρητο ένα νομοσχέδιο ή ότι άλλο θέλουν να πασάρουν – όπως κάθε φορά – τις ήσυχες μέρες του Αυγούστου.