Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ Μεγαλώνει η ανισοτιμία στην πρόσβαση στη μόρφωση



ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ

Μεγαλώνει η ανισοτιμία στην πρόσβαση στη μόρφωση

Οι όροι με τους οποίους λειτουργεί η τηλεκπαίδευση χτυπούν κι άλλο το δικαίωμα στη γνώση

Οσο τα σχολεία παραμένουν κλειστά στο μεγαλύτερο πια μέρος του πλανήτη, όπως φαίνεται και στη χώρα μας αναδεικνύεται όλο και περισσότερο η ανισότιμη πρόσβαση των μαθητών στη γνώση, η οποία, στις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η τηλεκπαίδευση, μεγαλώνει εκρηκτικά.

Πριν από λίγες μέρες η «Γιούνισεφ» επισήμανε ότι οι οικογένειες 1,3 δισεκατομμυρίων παιδιών ηλικίας 3 με 17 ετών σε όλο τον πλανήτη δεν διαθέτουν κανένα είδος σύνδεσης στο διαδίκτυο. Στις ηλικίες 15 - 24 ετών, το ποσοστό αυτών που δεν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο από το σπίτι τους είναι 63%. Υπολογίζεται ότι τα 2/3 των παιδιών σχολικής ηλικίας παγκοσμίως δεν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, αν και η πανδημία έχει καταστήσει την τηλεκπαίδευση σχεδόν τον μόνο τρόπο συμμετοχής στην Εκπαίδευση.

Αν όμως κάποιος θεωρεί ότι αυτά τα προβλήματα είναι υπόθεση μόνο των παιδιών από τις «υποανάπτυκτες χώρες», κάνει λάθος.

Σε πλήθος χωρών εντείνονται οι προβληματισμοί για τις επιπτώσεις που έχει στους μαθητές το παρατεταμένο κλείσιμο των σχολείων, το ότι δεν διασφαλίζεται η λειτουργία τους με υγειονομικά πρωτόκολλα που θα υπηρετούν πραγματικά την όσο το δυνατόν μικρότερη διατάραξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αφού η διά ζώσης εκπαίδευση είναι αναντικατάστατη, όπως από την πρώτη στιγμή έχουν τονίσει οι εκπαιδευτικοί, ως οι πλέον αρμόδιοι.

Μεγαλώνουν τα κενά σε στοιχειώδεις γνώσεις

Τον περασμένο Σεπτέμβρη, στη Γαλλία, οι ετήσιες εξετάσεις αξιολόγησης που γίνονται για να καταγραφεί το επίπεδο των γνώσεων σε βασικά μαθήματα, όπως η Γλώσσα και τα Μαθηματικά, κατέγραψαν σοβαρές αδυναμίες στους μαθητές Δημοτικού. Οι εκπαιδευτικοί τα συνδέουν με το 6μηνο που μεσολάβησε, καθώς την άνοιξη τα σχολεία ήταν κλειστά και ακολούθησε το καλοκαίρι. Από τότε άλλωστε ήταν συνεχείς οι καταγγελίες εκπαιδευτικών για το πρόγραμμα «Εκπαίδευση από Απόσταση» που λάνσαρε το γαλλικό υπουργείο Παιδείας, αν και υπήρχαν σχολεία όπου το 40% των μαθητών δεν είχαν καν ηλεκτρονικό υπολογιστή στο σπίτι. Στη Νορμανδία το ποσοστό αυτό σε κάποιες περιοχές έφτανε μέχρι και το 75%.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων, ακόμα και οι επικεφαλής της DGESCO (Direction Generale de l'Enseignement Scolaire - Γενική Διεύθυνση Σχολικής Εκπαίδευσης, υπάγεται στο υπουργείο Παιδείας) αναγνώριζαν ότι «δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε το σχολείο διά ζώσης, ειδικά όσον αφορά την απόκτηση βασικών γνώσεων».

Δάσκαλοι διαφόρων δημόσιων σχολείων δήλωναν ότι «επειδή τώρα ξεκινάει η εκπαιδευτική χρονιά, είναι λίγο νωρίς για να διαμορφώσουμε ακριβή εικόνα ως προς το φαινόμενο εγκατάλειψης του σχολείου από ορισμένους μαθητές, αλλά διαπιστώνουμε ότι πολλοί έχουν χάσει τα "αντανακλαστικά εργασίας" (συμμετοχή τους στο μάθημα, επιμέλεια και συνέπεια στις εργασίες κ.λπ.)». Καθηγητές λυκείων, παρατηρώντας τη συμπεριφορά των μαθητών τους μετά την επιστροφή, συμπέραιναν ότι «έχουν γίνει λίγο νευρικοί ως προς τις γνώσεις τους, δεν τολμούν να πουν ότι δεν γνωρίζουν κάτι (...) Βλέπουμε καθαρά ότι υπήρχε πολύς καιρός για να χάσουν τους ρυθμούς τους». Τέλος, εκπαιδευτικοί από επαγγελματικά λύκεια (στα οποία φοιτούν πολύ περισσότερα παιδιά εργατικών - λαϊκών οικογενειών) εντόπιζαν ότι «δυστυχώς, όσοι είχαν την τάση να εγκαταλείψουν το σχολείο πριν και στη διάρκεια της πρώτης καραντίνας, τώρα έχουν την τάση να έχουν απανωτές απουσίες».

«Εκτοξεύεται η ανομοιογένεια»

Οσο τα σχολεία παραμένουν κλειστά σε δεκάδες χώρες της Ευρώπης, πληθαίνουν και οι δημόσιες τοποθετήσεις διαφόρων αστών επιστημόνων για τις συνέπειες που η κατάσταση αυτή θα έχει στο γνωστικό επίπεδο χιλιάδων παιδιών, με βάση και τους όρους που διεξάγεται η τηλεκπαίδευση.

Στα τέλη του Νοέμβρη, αναπτυξιακοί ψυχολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης χαρακτήρισαν «θεαματικές» τις συνέπειες που έχει το κλείσιμο των σχολείων ειδικά στους μαθητές Δημοτικού, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων που έχουν αυτές οι ηλικίες και του ότι πολλές φορές οι γονείς αναλαμβάνουν «αναγκαστικά» και ρόλο «δασκάλου», με ό,τι πρόσθετες δυσκολίες αυτό προκαλεί ειδικά στους εργαζόμενους γονείς, που αυτήν την περίοδο μάλιστα μπορεί να δουλεύουν στο διπλανό (ή και στο ίδιο) δωμάτιο από εκείνο όπου το παιδί τους «κάνει μάθημα». Κι αυτό ενώ η οικονομική κατάσταση κάθε οικογένειας επηρεάζει καθοριστικά τους όρους που ένα παιδί συμμετέχει στην τηλεκπαίδευση, από το αν υπάρχει χώρος να «απομονωθεί» την ώρα του μαθήματος μέχρι το αν υπάρχει αξιοπρεπής σύνδεση και συσκευή, για να μη διακόπτεται συνεχώς η επαφή με την υπόλοιπη τάξη.

Μελέτη που έγινε με δεδομένα από σχολεία σε τέσσερα γερμανόφωνα καντόνια της Ελβετίας (και συγκρίνοντας αποδόσεις των μαθητών ένα δίμηνο πριν την καραντίνα και ένα δίμηνο στη διάρκεια της καραντίνας) κατέληξε ότι «όσο πιο μικρό είναι ένα παιδί, τόσο περισσότερο η διαδικασία της μάθησης επηρεάζεται και από την οικογένειά του, όμως οι καταστάσεις που βιώνει η οικογένεια κάθε παιδιού είναι πολύ διαφορετικές... Για τον γονιό που έχει ένα υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, είναι πιο εύκολο να βοηθήσει το παιδί του, να του προσφέρει ένα πιο κατάλληλο μέρος για να μελετήσει ή ακόμα και σωστά εργαλεία», π.χ. υπολογιστή. Συμπληρώνουν οι ψυχολόγοι ότι «τα πιο μικρά παιδιά είναι πιο ευάλωτα στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το οικογενειακό περιβάλλον τους εξαιτίας της πανδημίας, ειδικά τις οικονομικές» και παραπέμπουν σε έρευνες που έγιναν μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, σχολιάζοντας: «Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου, που σημαδεύτηκε από μεγάλη αύξηση της ανεργίας και τεράστια αβεβαιότητα (...) τα πιο μικρά παιδιά υπέφεραν πολύ από το άγχος των γονιών τους, τα οικονομικά τους προβλήματα και έγιναν πολύ περισσότερο θύματα βίας». Αναφερόμενοι δε στην πρόσφατη μελέτη, υπογραμμίζουν ότι μετά το κλείσιμο των σχολείων «εκτοξεύτηκε η ετερογένεια» των μαθητών, «κάποια παιδιά ξέχασαν αυτά που είχαν μάθει, άλλα έμειναν στάσιμα» και καταλήγουν: «Οταν το σχολείο δεν λειτουργεί, οι αιτίες για την αυξημένη ετερογένεια των μαθητών πρέπει να αναζητηθούν και στο ίδιο το παιδί και την οικογένειά του», αφού «παίζει ρόλο η κοινωνικοοικονομική κατάστασή τους».